Ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία: Αναγκαιότητα ή ματαιοδοξία;

H Δύση φάνηκε να προωθεί την ενότητα, ιδίως εντός του ΝΑΤΟ, του πλέον σημαντικού οργάνου της Δύσης, όμως σταδιακά εμφανίζονται έστω σποραδικές και ίσως ακόμα ανούσιες τάσεις για απόκλιση από τον παραδοσιακό άξονα ΗΠΑ-Ευρώπης.

Γράφει ο Αντώνης Παράσχος

Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει αποτελέσει το εφαλτήριο για μία σειρά κρίσιμων γεωπολιτικών μεταβολών παγκοσμίως. Αν και σε ό,τι αφορά τη Δύση αρχικά φάνηκε να προωθεί την ενότητα, ιδίως εντός του ΝΑΤΟ, του πλέον σημαντικού οργάνου της Δύσης, δεν άργησαν σταδιακά να εμφανίζονται έστω σποραδικές και ίσως ακόμα ανούσιες τάσεις για απόκλιση από τον παραδοσιακό άξονα ΗΠΑ-Ευρώπης, ειδικά με τη ψυχροπολεμική του έννοια. Τόσο η αναγκαιότητα, όσο και η ρεαλιστική προοπτική του εγχειρήματος αποτελούν φυσικά αντικείμενα έντονης και ενδιαφέρουσας αντιπαράθεσης. Ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία

Μία αρκετά παλιά ιδέα

Γενικά, η ιδέα να αποκτήσει η ΕΕ μία αυτοτέλεια στην εξωτερική και αμυντική της πολιτική και να απογαλακτιστεί από τις ΗΠΑ (αλλά και τα κράτη-μέλη σε κάποιο βαθμό) δεν είναι καινούργια. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 είχαν υπάρξει πρωτοβουλίες για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού στρατού μέσω της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας (ΕΑΚ), με το σχέδιο όμως να ναυαγεί πολύ γρήγορα.

Αργότερα, με την πρόοδο στον οικονομικό τομέα, αλλά και με την αναγκαιότητα για τη διαχείριση σύνθετων καταστάσεων στα ανατολικά της ΕΕ, από τη δεκαετία του ’90, άρχισαν και πάλι να γίνονται κάποια σημαντικά βήματα, με τις όποιες προσπάθειες τα προηγούμενα χρόνια να μην έχουν πολλά σπουδαία πράγματα να δείξουν. Η ΚΕΠΠΑ, που θεσμοθετήθηκε ως δεύτερος πυλώνας της ευρωπαϊκής πολιτικής με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, αποτελεί ένα σημαντικό ορόσημο.

Ωστόσο, κεντρικό χαρακτηριστικό της, το οποίο αποτελεί και γενικά χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής μέχρι σήμερα, είναι η διακρατική μέθοδος άσκησης της πολιτικής, με τα κράτη-μέλη, να έχουν τον απόλυτο έλεγχο και την ομοφωνία να δίνει στο καθένα δικαίωμα να ασκήσει βέτο όταν διαφωνεί. Οι «αποστολές Petersberg», καθώς και επιχειρήσεις που έχουν γίνει στο πλαίσιο της ΚΠΑΑ (Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας, επιχειρησιακός βραχίονας της ΚΕΠΠΑ) από το 2003, αν και όχι ευκαταφρόνητες, δεν πέτυχαν να εδραιώσουν την ΕΕ ως μια ισχυρή, αυτόνομη δύναμη, δεδομένου ότι το ΝΑΤΟ έχει διατηρήσει σημαντικό ρόλο σε αυτές τις πρωτοβουλίες και ο διακυβερνητικός χαρακτήρας ελάχιστα έχει αλλοιωθεί[1], ενώ η ομοφωνία εξακολουθεί να μην αποτελεί εύκολο στόχο.

Η PESCO αποτελεί μία πιο προωθημένη μορφή συνεργασίας στον τομέα της άμυνας και προβλέπει την παροχή μάχιμων μονάδων για τις προβλεπόμενες αποστολές, ενώ εδώ το Συμβούλιο των Υπουργών αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία[2]. Παρόλα αυτά, η συμμετοχή στο σχήμα αυτό δεν είναι υποχρεωτική και όλα τα κράτη δύνανται να αποχωρήσουν όποτε το επιθυμούν, γεγονός που δημιουργεί και πάλι αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα του όλου εγχειρήματος.

Ο Γάλλος πρόεδρος Emmanuel Macron είναι ο πλέον δραστήριος Ευρωπαίος ηγέτης στον εν λόγω τομέα και τα τελευταία χρόνια έχει κάνει επανειλημμένα δηλώσεις με τις οποίες έχει διατυπώσει την επιθυμία του για έναν «Ευρωπαϊκό Στρατό» και κυρίως για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, θυμίζοντας μάλιστα σε αρκετά τον διασημότερο και πιθανότατα σημαντικότερο Γάλλο πρόεδρο, τον Charles de Gaulle, που επίσης οραματιζόταν μία Ευρώπη λιγότερο εξαρτημένη από τις ΗΠΑ.

Ιδιαίτερη προσοχή τράβηξαν πιο πρόσφατες δηλώσεις του, με αφορμή συνάντησή του με τον Κινέζο ομόλογό του Xi Jinping, όπου όχι μόνο και πάλι επεσήμανε τη σημασία της ευρωπαϊκή στρατηγικής αυτονομίας, αλλά τόνισε και ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με κρίσεις, που όμως δεν είναι «δικές» της και ότι στο θέμα της Ταϊβάν οι Ευρωπαίοι δε θα πρέπει να ακολουθήσουν τυφλά τις ΗΠΑ[3]. Τι βάση έχουν αυτές οι δηλώσεις;  

Ο Γάλλος πρόδερος, Emmanuel Macron, και ο Κινέζος ομόλογός του, Xi Jinping. Πηγή: https://www.politico.eu/article/emmanuel-macron-china-america-pressure-interview/
Ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία: Αναγκαιότητα ή ματαιοδοξία;
Ο Γάλλος πρόεδρος, Emmanuel Macron, και ο Κινέζος ομόλογός του, Xi Jinping. Πηγή: politico.eu
Η στρατηγική αυτονομία ως επιταγή των σύγχρονων συνθηκών

Ο πόλεμος στην Ουκρανία κατέδειξε κάποιες αποκλίσεις μεταξύ των συμφερόντων Ευρώπης και ΗΠΑ, με την πρώτη για παράδειγμα στον ενεργειακό τομέα να έχει τεράστια εξάρτηση από τη Ρωσία και σίγουρα πολύ μεγαλύτερη από τις ΗΠΑ. Επιπρόσθετα η Ευρώπη έχει υποδεχθεί και τεράστιο τμήμα των Ουκρανών προσφύγων με τα κόστη και τις διαδικασίες που αυτό συνεπάγεται και γενικότερα, λόγω προφανώς και της γεωγραφικής εγγύτητας, ο πόλεμος αυτός έχει καταστεί εξαιρετικά ζημιογόνος, αλλά και επικίνδυνος για τις χώρες της ΕΕ και δεν είναι τυχαίο ότι κατά καιρούς διάφορες χώρες δείχνουν διστακτικότητα να στείλουν βαριά όπλα στην Ουκρανία ή προθυμία για διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία για να βρεθεί μία λύση και να σταματήσει η αιματοχυσία.

Οι ΗΠΑ από την άλλη, επηρεαζόμενες σαφώς λιγότερο από όλα αυτά, μπορούν πιο εύκολα να συνεχίζουν να υποστηρίζουν την Ουκρανία και να μη βιάζονται αναφορικά με το ενδεχόμενο των διαπραγματεύσεων, κρίνοντας ότι το να αφήσουν αυτή τη στιγμή «ακάλυπτη» την Ουκρανία θα αποτελούσε σημαντικότερο πλήγμα για τη χώρα, από αυτό του κόστους παράτασης του πολέμου, ο οποίος φαίνεται να ευνοεί τη σύγκλιση πολλών μη-δυτικών δυνάμεων, κάτι που όμως μάλλον αντιμετωπίζεται είτε ως μακρινό ακόμα ενδεχόμενο είτε ως ακίνδυνη εξέλιξη. Είναι χαρακτηριστικό ότι και πριν τον πόλεμο η αμερικανική διπλωματία δεν έδειχνε πρόθυμη για σοβαρές υποχωρήσεις επί του θέματος, ούτε και η Ρωσία βέβαια!

Παρόλα αυτά, στην πράξη η ΕΕ ελάχιστα έχει καταφέρει να διαφοροποιηθεί από τις ΗΠΑ καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Μέσω διαπραγματεύσεων και συμβιβασμών μεταξύ των διαφορετικών προσεγγίσεων των κρατών-μελών, οι χώρες της ΕΕ έχουν στηρίξει άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο την Ουκρανία κατά τη διάρκεια του πολέμου, εντούτοις δεν έχουν πετύχει να υιοθετήσουν μία θέση για μία ειρηνική αντιμετώπιση της κρίσης και να μπορέσουν με λογικές προτάσεις να διευκολύνουν τον διάλογο μεταξύ των αντιμαχόμενων. Κάποιοι, όπως ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Charles Michel, μπορεί να θεωρούν την αντίδραση της ΕΕ την επαύριον του πολέμου ως τη γέννηση της ευρωπαϊκής άμυνας[4], σίγουρα όμως χρειάζεται ακόμα αρκετή δουλειά ειδικά αν στόχο αποτελεί η στρατηγική αυτονομία, όρος σαφώς ευρύτερος της άμυνας.

Θα μπορούσε φυσικά να αντιτάξει κάποιος ότι το σκηνικό στην Ουκρανία έχει σε μεγάλο βαθμό παγιωθεί και στρατιωτικά και πολιτικά, αφήνοντας μικρά περιθώρια διπλωματικών ελιγμών για την ΕΕ, με τις ΗΠΑ να θεωρούνται ο κύριος «εκπρόσωπος» της Δύσης (η Κίνα βέβαια μπόρεσε να διατυπώσει προτάσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν μεν, ακούστηκαν δε και η Τουρκία φιλοξένησε διαπραγματεύσεις των δύο πλευρών, στην αρχή όμως του πολέμου). Πιθανώς μία ανάλογη κατάσταση να επιθυμεί να προλάβει ο Macron στην περίπτωση της Ταϊβάν και της Κίνας.

Επιπρόσθετα, ένας παράγοντας που θα μπορούσε να πιέσει για τη στενότερη συνεργασία σε ζητήματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής είναι και η ανάγκη για ισχυρή και ουσιαστική νομιμοποίηση στα μάτια των Ευρωπαίων πολιτών, ακόμα κι αν δε διαφαίνεται τη δεδομένη στιγμή σοβαρός κίνδυνος απο-νομιμοποίησης της ΕΕ για εκτεταμένο αριθμό πολιτών της. Για πολλά χρόνια πάντως, το δυνατό σημείο της ΕΕ υπήρξε η οικονομική ανάπτυξη και η διαρκής βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης των Ευρωπαίων σε ένα ειρηνικό περιβάλλον, αγαθά που τον τελευταίο καιρό μοιάζουν επισφαλή, με τον καλπάζοντα  πληθωρισμό και έναν μεγάλο πόλεμο στην Ευρώπη, στα ανατολικά σύνορα της ΕΕ.

Φυσικά, εδώ και χρόνια γίνεται προσπάθεια για να σφυρηλατηθεί μία ευρωπαϊκή ταυτότητα και σε μεγάλο βαθμό η ΕΕ έχει καταστεί θεμελιώδες και αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής μας, αλλά σίγουρα χρειάζονται περισσότερα για την επίτευξη του στόχου. Μία δυναμική ΕΕ στο ταραγμένο διεθνές προσκήνιο θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο συσπείρωσης για τους Ευρωπαίους, αναζωογονώντας την χρόνια τελματωμένη διαδικασία εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης, συντελώντας στην επίλυση κρίσιμων ζητημάτων για τους πολίτες της.

Μία δυσεπίλυτη εξίσωση

Δεν απουσιάζουν ωστόσο και τα αναχώματα στο δρόμο για τη στρατηγική αυτονομία. Το βασικό ζήτημα δεν είναι άλλο παρά το πώς δύναται να υπάρξει ενιαία στρατηγική για 27 κράτη που το καθένα έχει τη δική του ξεχωριστή στρατηγική και οι υποχωρήσεις στον εν λόγω τομέα που αφορά και θέματα εθνικής ασφάλειας αποτελεί έναν εξόχως δύσκολο στόχο.

Υπάρχει φυσικά η μάλλον κραυγαλέα περίπτωση της Ουγγαρίας, με τον Viktor Orban να έχει χαράξει το δικό του δρόμο σε ό,τι αφορά τις σχέσεις με τη Ρωσία, δίνοντας τεράστιο βάρος στην ενεργειακή ασφάλεια της χώρας του. Η Ουγγαρία, λόγω και των εδώ και χρόνια κακών σχέσεων με την Ουκρανία, αρκετές φορές έχει σταθεί εμπόδιο σε πρωτοβουλίες της ΕΕ για την υποστήριξη της τελευταίας ή για την επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία, υπονομεύοντας το ενιαίο ευρωπαϊκό μέτωπο.

Η θέση της Γερμανίας παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον. Λίγο μετά την έναρξη του πολέμου, ο καγκελάριος Olaf Scholz δεσμεύτηκε για αύξηση των δαπανών στον τομέα της άμυνας με τη δημιουργία ταμείου ύψους 100 δισεκατομμυρίων ευρώ, μία σημαντική αλλαγή στην πάγια πολιτική της Γερμανίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο για περιορισμένες στρατιωτικές δαπάνες. Επίσης, παρά την έντονη διστακτικότητα που υπήρχε επί του θέματος, η Γερμανία συμφώνησε και για την αποστολή τανκς στην Ουκρανία, ένα κρίσιμο βαρύ όπλο, για το οποίο είχε γίνει μεγάλη συζήτηση αν θα πρέπει εν τέλει να σταλεί ή όχι, ενώ δεν πρέπει να υποτιμήσουμε την έντονη επιθυμία της Γερμανίας να στείλουν και οι ΗΠΑ τανκς, φοβούμενη να δράσει εκτός «αμερικανικού πλαισίου»[5].

Η διστακτικότητα αυτή, που έχει να κάνει και με σύνδρομα και ανησυχίες σχετιζόμενες με το όχι ιδιαίτερα ευχάριστο για τη Γερμανία πρώτο μισό του 20ου αιώνα, θα μπορούσε να παρακωλύσει τη στρατιωτική ανάπτυξη της Γερμανίας και κατ’ επέκταση της ΕΕ, δεδομένου του κεντρικού ρόλου της Γερμανίας ιδίως στον νευραλγικό οικονομικό τομέα; Ενδεχομένως, ειδικά αν λάβουμε υπόψη τη διαρκή επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης στην Ευρώπη. Οφείλουμε να θυμόμαστε ότι η ομοθυμία του γαλλο-γερμανικού άξονα έχει αποτελέσει θεμελιώδες στοιχείο για την εξέλιξη της ΕΕ.   

Την ίδια στιγμή, υπάρχουν και χώρες, οι οποίες από την αρχή του πολέμου επέδειξαν δυναμικότητα και επιθυμία η ΕΕ να συμμετέχει με δραστήριο τρόπο στα τεκταινόμενα, κατά βάση χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, με την Πολωνία ασφαλώς να ξεχωρίζει. Ωστόσο, για τις περισσότερες χώρες της περιοχής το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ αποτελούν τον καίριο αμυντικό βραχίονα, όπως καταδεικνύει και η στάση τους στη διάρκεια του πόλεμου, ζητώντας αυξημένη παρουσία του στην περιοχή, αλλά και έρευνες πριν την έναρξή του, το 2019 το 82% των Πολωνών και 77% των Λιθουανών είχε θετική άποψη για το ΝΑΤΟ, με το αντίστοιχο ποσοστό σε Γαλλία και Ισπανία να είναι 49%[6].

Το όραμα μίας ενιαίας αυτόνομης ευρωπαϊκής στρατηγικής θα απαιτούσε πιθανότατα σημαντικές επενδύσεις και ανάπτυξη του στρατιωτικού τομέα και βιομηχανίας, καταλήγοντας σε έναν ισχυρό και υπολογίσιμο ευρωπαϊκό στρατό, εξασφαλίζοντας σε σημαντικό βαθμό την ανεξαρτησία της Ευρώπης από τις ΗΠΑ, χωρίς να χρειάζεται να τις αντικαταστήσει με άλλες χώρες, όπως Κίνα ή Ρωσία, κάτι που άλλωστε φαντάζει δύσκολο στις μέρες μας. Το πώς θα μπορέσει η ΕΕ να εξασφαλίσει τις τεράστιες, αλλά αναγκαίες επενδύσεις για να βρεθεί στην πρωτοπορία του υπό συζήτηση τομέα, είναι ένα κρίσιμο ερώτημα, που δύσκολα μπορεί να απαντηθεί.

Συμπεράσματα

Ο κόσμος τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και πιο πολωμένος και επικίνδυνος και μπορεί η θέση της ΕΕ να είναι αναμφίλεκτα στο δυτικό στρατόπεδο, εντούτοις δεν μπορεί και να αποτελεί ένα υποχείριο των ΗΠΑ χωρίς τις δικές της σημαντικές δυνάμεις, σε τελική ανάλυση και οι ΗΠΑ λόγω ακριβώς των δύσκολων συνθηκών χρειάζονται έναν πιο δυναμικό και ισχυρό σύμμαχο. Η επιβίωση σε αυτό το ρευστό περιβάλλον προϋποθέτει την ικανότητα ανεξάρτητης δράσης, χωρίς μόνιμη «κηδεμονία». Ο Ψυχρός Πόλεμος του προηγούμενου αιώνα και οι συνθήκες που τότε επικρατούσαν έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί και οφείλουμε να κατανοήσουμε, όσο δυσάρεστο και δύσκολο κι αν είναι, ότι οι βασισμένες σε εκείνη την εποχή στρατηγικές έχουν καταστεί παρωχημένες.

Οι πόλοι ανάμεσα στους οποίους θέλουν να εισχωρήσει η ΕΕ ηγέτες όπως ο Macron, έχουν κατά βάση μακροπρόθεσμη και ενιαία στρατηγική, συχνά μάλιστα και με περιορισμένη εξάρτηση από την εκάστοτε κυβέρνηση. Μπορεί η ευρωπαϊκή ηγεσία να δώσει αντίστοιχο βάθος στην εξωτερική και αμυντική πολιτική της; Θα χρειαστεί ευρεία συναίνεση και συνεπώς σύγκλιση συμφερόντων ανάμεσα στα μέλη της. Αυτά προς το παρόν δεν υφίστανται και συνιστά κρίσιμο ερώτημα το αν θα μπορούσαν να διαμορφωθούν…

[1] Λιαργκόβας Π., Παπαγεωργίου Χ. (2018) Το Ευρωπαϊκό Φαινόμενο. Ιστορία, Θεωρία, Πολιτικές. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Τζιόλα, σελ. 600-609.
[2] Ο.π. σελ. 608.
[3] https://www.politico.eu/article/emmanuel-macron-china-america-pressure-interview/
[4] https://www.tovima.gr/2023/02/16/world/sarl-misel-prepei-na-parexoume-ti-megisti-stratiotiki-voitheia-stin-oukrania/
[5] https://www.bbc.com/news/world-europe-64402928
[6] https://www.swissinfo.ch/eng/reuters/the-baltic-states-want-more-nato–they-won-t-get-all-they-seek/47675766
[7] https://www.pewresearch.org/global/2020/02/09/nato-seen-favorably-across-member-states/

Οι απόψεις των αρθρογράφων δεν απηχούν την άποψη της συντακτικής ομάδας ούτε του Pnyka Org. 

Μάθετε περισσότερα εδώ

Διαβάστε περισσότερα: εκλογές

αξία αξία αξία

Avatar photo
Αντώνης Παράσχος

Ο Αντώνης Παράσχος έχει τελειώσει με άριστα το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ, όπου είχε επιλέξει την κατεύθυνση των Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών και κάνει το μεταπτυχιακό του στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης, στο πρόγραμμα "International Relations in Historical Perspective". Ομιλεί γερμανικά, αγγλικά και ρωσικά (σε βασικό επίπεδο), του αρέσει να διαβάζει βιβλία ιστορικού και πολιτικού περιεχομένου και να ασχολείται με τον αθλητισμό. Μέσω της αρθρογραφίας επιδιώκει την περαιτέρω τριβή του με τον τομέα των διεθνών σχέσεων.

Άρθρα: 11